ἁλός

ἅλς, ἁλός
Grammatical information: m.
Meaning: `salt' (very often pl.) (Il.)
Other forms: f. (only sg.) poetical word for the sea (after θάλασσα or as collective?); since Arist. ἅλας, -ατος n. from the acc. pl., Leumann Hom. Wörter 160f.
Dialectal forms: Myc. opia₂ra \/opihala\/ `coastal regions' cf. ἔφαλος. apia₂ro \/Amphihalos\/, a₂rie perhaps \/haliēn\/ Perpillou Subst. en -eus, 1973, 61 n. 2, 161.
Compounds: ἁλί-πλοος, -πόρφυρος (for ἁλ- after the i-stems, not locatival with Schwyzer 476 : 5, 1. On ἁλι-μυρήεις s. μύρομαι. ἁλουργός `who exploits a salt-mine' CEG6,
Derivatives: ἅλ-μη `sea-water, brine' ( Od.) with ἁλμυρός `salt, briny' (Od.); from *ἁλυρός (cf. ἁλυ-κός), Schwyzer 482: 6; cf. πλημυρίς. - ἅλιος, (), -ον `of the sea' (Hom.) - ἁλιεύς `fisher' (Od.) - ἁλυ-κός `salt' (Hp.).
Origin: IE [Indo-European] [878] *seh₂(e)l- `salt'
Etymology: Old word found in most IE languages: Lat. sāl (secondary lengthening), OIr. salann, Arm. (i-stem), Latv. sāls, OCS solь (i-stem, secondary beside the consonant-stem in slanъ `salted' \< *solnъ), Toch. B sālyiye, A sāle. A d-enlargement in Goth. salt etc., Arm. aɫt, and in Balt.-Slav., e.g. Lith. sald-ùs `süß', OCS. sladъ-kъ id. Lith. sólymas points to *seh₂l-, other languages require *sh₂-el. This gives an original paradigm nom. *seh₂-(ōl?), acc. sh₂-el-m, gen. *sh₂-l-os. On possible Sanskrit cognates Thieme ZDMG 111 (1961) 94ff.
See also: Άλοσυδνη
Page in Frisk: 1,78-79

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἄλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλος — Ονομασία τριών αρχαίων πόλεων. 1. Κωμόπολη της αρχαίας Μαγνησίας στη Θεσσαλία. Υπολογίζεται ότι βρισκόταν ανάμεσα στον σημερινό Βόλο και στη Νέα Αγχίαλο. 2. Παράκτια πόλη της Λοκρίδας. 3. Πόλη της Θεσσαλίας που καταστράφηκε το 364 π.Χ. από τον… …   Dictionary of Greek

  • ἁλός — ἅλς salt masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἇλος — ἇ̱λος , ἧλος nail head masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλοκόκ(κ)αλος — η, ο αυτός που έχει γερά κόκαλα, δηλ. γερή κράση («ήτον εφτάψυχος αυτός ο καλοκόκκαλος», Παπαδ.) …   Dictionary of Greek

  • μονοκόκ(κ)αλος — η, ο 1. (για άνθρωπο ή ζώο) αυτός που αποτελείται κατά κάποιο τρόπο από ένα μόνο κόκαλο 2. δύσκαμπτος, άκαμπτος 3. σκληροτράχηλος, ισχυρογνώμων 4. ειλικρινής, ευθύς, ντόμπρος …   Dictionary of Greek

  • Ὦλος — Ἄλος , Ἄλος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλε — Ἄλος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλοισιν — Ἄλος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλον — Ἄλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλους — Ἄλος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.